ἆσας — ἀάω hurt aor ind act 2nd sg (epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ᾄσας — ᾄσᾱς , ἀείδω il.Parv.. aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ᾆσας — ᾆ̱σας , ἀείδω il.Parv.. aor ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀείδω il.Parv.. aor ind act 2nd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κατηνίασας — κατηνί̱ασας , κατά , ἀνά ἰάζω aor ind act 2nd sg κατά , ἀνά ἰάζω aor ind act 2nd sg (homeric ionic) κατηνίᾱσας , κατά ἀνιάω grieve aor ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) κατηνί̱ασας , κατά ἀνιάζω grieve aor ind act 2nd sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
объръдѣтисѧ — ОБЪРЪ|ДѢТИСѦ (1*), ЖОУСѦ, ДИТЬСѦ гл. То же, что обръдѣтисѧ: не ѹстыдѣсѧ хранителѧ животѹ твоѥмѹ ан҃гла. не оборъ–дѣс˫а видѧщихъ тѧ бра(т) твоихъ. (οὐκ ἐρυϑρί–ασας) ПНЧ 1296, 28 об … Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)
Λιβύηθε(ν) — και δωρ. τ. Λιβύαθε(ν) (Α) επίρρ. από τη Λιβύη («ὡς ὅκα τὸν Λιβύαθε ποτὶ χρόμιν ᾆσας ἐρίσδων», Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < Λιβύη + επιρρμ. κατάλ. θεν (πρβλ. Λυκίη θεν, Σπάρτη θεν)] … Dictionary of Greek
ἄασας — ἀάω hurt aor ind act 2nd sg (epic doric aeolic) ἄ̱ασας , ἀάζω breathe with the mouth wide open aor ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀάζω breathe with the mouth wide open aor ind act 2nd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐσχετλίασας — ἐσχετλί̱ασας , σχετλῖάζω aor ind act 2nd sg σχετλιάζω complain of hardship aor ind act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἠνίασας — ἠνίᾱσας , ἀνιάω grieve aor ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) ἠνί̱ασας , ἀνιάζω grieve aor ind act 2nd sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)